|
ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

Το ένα κοντά στο άλλο διακρίνονται τα μαγαζιά του Παναγιωτάκη, του Γιαννάκη και του Μιχάλη Ντακόγιαννη.Το κατάστημα γενικού εμπορίου, της οικογένειας Γεωργίου Γαλάνη και των γιών του Γιαννάκη και Αντρέα, γνωστό σε όλους σαν το μαγαζί του Γιαννάκη, στεγάζετο στο ισόγειο του Γαλανέϊκου σπιτιού, λίγο πιό πέρα απο την πλατεία. Το μαγαζί άρχισε να λειτουργεί το 1950 κι`εμπλουτίστηκε με πολλά εμπορεύματα. Εκτός απο τα είδη παντοπωλείου και καθημερινής ανάγκης, εδώ εύρισκε κανείς τα στοιχειώδη φάρμακα, για κάποια ώρα ανάγκης, διάφορα είδη του οικιακού εξοπλισμού, μαγειρικά σκεύη, κεντήματα, κλωστές, φρούτα, παιγνίδια,σιδηρικά, υλικά οικοδομών, τσιμέντα, χρώματα και αλλα πολλά. Το 1970 όμως, όταν ηλεκτροδοτήθηκε το χωριό, το μαγαζί εμπλουτίστηκε με σύγχρονο επαγγελματικό ψυγείο, ηλεκτρική κρεατομηχανή κυμά, τηλεόραση κ.ά. έτσι που στο μαγαζί του Γιαννάκη εύρισκες «και του πουλιού το γάλα». Από γλυκίσματα, κοτόπουλα, κρέας, ψάρια, παγωτά, φρούτα και ότι άλλο φανταζόταν κανείς. Όλοι οι επισκέπτες που θα περνούσαν απο το Βασσαρά και θα ετύγχανε να επισκευτούν το μαγαζί αυτό, εντυπωσιάζοντο από τον πλούτο, την ποικιλία και την επάρκεια των διαφόρων προϊόντων και ειδικά οι λίγοι μετανάστες συνταξιούχοι, που έμεναν τοτε ολόκληρο το χρόνο στο χωριό, οπως οι Σαράντος Κωνσταντάκης, Γεώργιος Θεοδωρακόπουλος, Παναγιώτης Μιχαήλ, Τσαρπάλας κ.ά. Σ`επαφή με το κυρίως μαγαζί, υπήρχε μικρός χώρος, το παλαιό κουρείο, διαμορφωμένος καλαίσθητα σε BAR - KAFETERIA . Τους καλοκαιρινούς μήνες ιδιαίτερα, υπήρχε μεγάλη κίνηση και τα τραπεζάκια του μαγαζιού, καθώς και του διπλανού, του Παναγιωτάκη, έβγαιναν έξω στο δρόμο και ν.ομιζε κανείς ότι πέρναγε απο τα στενά δρομάκια της Πλάκας. Παράλληλα πρέπει να θυμηθούμε τα καλοκαίρια που ο Γιαννάκης, προμήθευε τους παραθεριστές των Βερροίων και Τσιτζίνων με πλούσια και νόστιμα φρούτα και λαχανικά. Το φορτηγάκι του, ενα μικρό DATSUN , φορτωμένο με τελλάρα, απο πρώϊμη Κορινθιακή σταφίδα, γιορμάδες απο τη Νάουσα, καρπούζια, πεπόνια, μελιτζάνες, ντομάτες, ακόμα και ψωμί, φορτωμένο πανω-πανω και την παλάτζα κρεμασμένη εκει ψιλά στην καρότσα, πήγαινε τρεις φορές την εβδομάδα στα Βέρροια, Τσίτζινα και στην κατασκήνωση του Μοναστηριού. Ο κόσμος έβγαινε στους δρόμους και τον περίμενε «ως μάνα εξ ουρανού». Το μαγαζί λειτούργησε μέχρι το 1977, όταν η οικογένεια του Γιαννάκη εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Σπαρτη, όπου συνέχισε ν`αναπτύσει μεγάλη εμπορική δραστηριότητα.
ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑ
του Παναγιώτη Καλιαβά.
 Το Super Market του Παναγιώτη Καλιαβά στους πρόποδες του Κούλουρι.Ο μετανάστης αυτός έμπορος, δημιούργησε στο χωριό ενα φορτωμένο στην κυριολεξία μαγαζί, με παντός είδους εμπορεύματα, ενα είδος σημερινού super - market . Ήταν ευτύχημα το γεγονός ότι, στο Βασσαρά υπήρχε το μαγαζί αυτό του Καλιαβά και δεν νομίζω ότι, υπήρχε άλλο τέτοιο σε άλλο χωριό της Λακωνίας. Εδώ εύρισκες ρούχα, υφάσματα, κεντήματα, παπούτσια, εργαλεία, εξαρτήματα για τα ζώα, είδη κυνηγίου, οικιακά σκεύη και ότι άλλα είδη μπορεί να φαντασθεί κανείς. Το μαγαζί αυτό στεγάζοταν στο εισόγειο του νεόδμητου τοτε τριόρωφου σπιτιού του που έφτιαξε ο ιδιοκτήτης του μόλις επέστρεψε απο την Αμερική. Στην πόρτα του μαγαζιού στεκόταν πάντοτε ο σκύλος και με το πρώτο γαύγισμα ή το κτύπημα του κουδουνιού, που υπήρχε στην πόρτα και λειτουργούσε με μπαταρία, κατέβαινε ο μαγαζάτορας απο τηνεσωτερική ξύλινη σκάλα που επικοινωνούσε με το σπίτι, έτοιμος και πρόθυμος να εξυπηρετήσει τον εκάστοτε πελάτη. Δυστυχώς όμως πέθανε ο ιδιοκτήτης κι`ετσι σταμάτησε να λειτουργεί το υπέροχο εκείνο μαγαζί. Τα εμπορεύματα που υπήρχαν, εκποιήθηκαν απο την αδελφή του Παναγιώτα, που διέμεναν μαζί, το δε αυτοκίνητο που έφερε απο την Αμερική και το οποίο δεν οδήγησε ποτέ, νομίζομε ότι, ακόμα βρίσκεται στι γκαράζ που ειδικά είχε κτίσει μαζί με το σπίτι.
ΚΑΦΕΝΕΙΟ-ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ
 Ο Παναγιωτάκης δροσίζεται μ’έναν πύραυλο όπως αποκαλούσε μερικά από τα παγωτά του.Του Παναγιωτάκη και Αρετής Μασγανά. Γνωστό κι`αυτό, σαν το μαγαζί του Παναγιωτάκη, Εδώ συγκεντρώνονταν οι Βασσαραίοι ν`απολαύσουν τον καφέ τους ή κάποιο πιοτό απο τα χέρια του Παναγιωτάκη και συγχρώνως ν`ακούσουν τα χαριτωμένα του αστεία και να παίξουν κανένα τάβλι ή Θανάση, ή ακόμα και πόκα τις βραδυνές κυρίως ώρες. Κι`αυτό το μαγαζί εμπλουτίστηκε με παγωτά και διάφορα άλλα προϊόντα, με τον ερχομό του ηλεκτρισμού στο χωριό. Επίσης μετά το κλείσιμο του διπλανού μαγαζιού του Γιαννάκη, το τηλέφωνο μεταφέρθηκε στου Παναγιωτάκη, που πάντα πρόθυμος και με το χαμόγελο στα χείλη εξυπηρετούσε τους συγχωριανούς του, μέχρι που ο πρόορος θάνατός του επέβαλε το κλείσιμο του μαγαζιού, αφίνοντας πίσω μόνο ωραίες αναμνήσεις και ενα δυσαναπλήρωτο κενό.
 Μιά παρέα Βασσαραίων απολαμβάνουν το καφεδάκι τους μαζί με τον παπα-Σκαλτσά.
ΤΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ
του Γιάννη Καρρά, στην πλατεία του Βασσαρά.

Το κατάστημα του Αγκάνη στην πλατεία του χωριού, ένα καλοκαιρινό βραδάκι.Το μαγαζί αυτό όπως και πολλά άλλα, συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση. Εδώ μπορούσες να βρείς διάφορα είδη μπακαλικής και μαναβικής, αλλά και μικροεργαλεία, χρώματα, πρόκες, βίδες, τσιμέντα και πολλά άλλα παρόμοια είδη. Επίσης είχε την αντιπροσωπία ΦΙΞ και Πετρογκάζ. Έτσι ο Γιάννης εκτος του ότι εξυπηρετούσε το κοινό, με κάποια παραγγελία απο τη Σπάρτη, πρόθυμος πάντα, έρχονταν στου καθενός το σπίτι ν`αλλάξει τη μπουκάλα του πετρογκάζ, ως εξυπηρέτιση των πελατών του, αλλά περισσότερο για λόγους ασφαλείας, να μην πάθει κανένας τίποτα.
Στα τραπεζάκια που απλώνονταν μέσα κι`εξω απο το μαγαζί, έπιναν οι Βασσαραίοι το καφεδάκι  Οι Βασσαραίοι ποτέ δεν ξεχνούν την τέχνη του πινάκλ και της πρέφας.τους, απολαμβάνοντας τη φύση και την γύρω πλατεία, καθώς και το κρασάκι τους φρέσκο-φρέσκο απο τα γιοματάρια που είχε ο Γιάννης στο υπόγειο και που τα επέβλεπε με μεγάλη στοργή αλλα και επαγγελματική συνείδηση ο πατέρας του, ο αγαπητός μας Κώστας Καρράς. Οταν το 1970 ήλθε το ρεύμα στο χωριό, το μαγαζ'ι του Καρρά εφοδιάστηκε με τηλεόραση και μεγάλο επαγγελματικό ψυγείο που γέμιζε με ψάρια, κοτόπουλα, φρούτα, παγωτά και αλλα διάφορα είδη. Κι`αυτό όμως με τη σειρά του έκλεισε με τον πρόωρο θάνατο του ιδιοκτήτη του, όπως κι`εκείνο του Παναγιωτάκη. Σήμερα αφου ανακαινίσθηκε μέσα κι`εξω, συνεχίζει να λειτουργεί υπο την διεύθυνση της οικογένειας Αγγάνη.
ΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ ΓΙΩΡΓΑΚΙ
Ειναι το γνωστό σε όλους μας σαν το μαγαζί του Γιωργάκι, αφού ο ιδιοκτήτης του Γεώργιος Μασγανάς μεγάλωσε σχεδόν μεσα στο μαγαζί αυτό που για χρόνια είχε ο πατέρας του, Σωτήρος. Σήμερα στο μαγαζί του Γιωργάκη, εκτός απο τα λίγα είδη μπακαλικής κι`αναψυκτικών, μπορείς ν`αγοράσεις τσιγάρα, πρόκες, τριχιές και αλλα παρόμοια είδη. Μέχρι το 1970, όπου στο Βασσαρά δεν υπήρχε ηλεκτρικό φως, το μαγαζί αυτό πουλούσε ακόμη και φωτιστικό πετρέλαιο για τις λάμπες στα σπίτια και μαγαζιά.Ακόμη και σήμερα, όπως και παλαιότερα, μπορείς να καθήσεις γύρω απο την ξυλόσομπα στους  Αριστερά όπως ανεβαίνομε το δρομάκι , διακρίνεται το μαγαζάκι του Γιωργάκι.ξύλινους πάγκους, ιδίως τους χειμερινούς μήνες και να πιής το κρασάκι σου είτε ξεροσφύρι ή με τη λιτή συνοδεία απο λίγο τυρί ή ελές ή κάποιο σαρδελάκι. Οταν όμως έρχεται η Κυριακή, εδώ γίνεται το αδιαχώρητο. Μόλις σχολάσει η εκκλησία, οι περισσότεροι Βασσαραίοι περνούν απ`εκεί ν`απολαύσουν το σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, τα ξακουστά βακαλιαράκια με την πενταν'οστιμη σκορδαλιά, που τόσο ακούραστα ετοιμάζει και τηγανίζει η κυρα Τασία.
ΟΙΝΟΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ
του Σαράντου Ντακόγιαννη.
|
Μιά παρέα Βασσαραίων στο μαγαζί του Σαράντου με την συνοδεία του αγαπημένου τους κρασιού προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματα όχι μόνο του χωριού αλλά καί του κόσμου όλου. |
 Κάθε πρωϊνό ο καλοκάγαθος Σαράντος περνάει την ώρα του στον κήπο του στα Καταλώνια, πρόθυμος πάντα να σε «φυλέψει» μιά ντομάτα , ένα αγγούρι, κ.ά.Στο δρόμο που ανηφορίζει για τον Αϊ Γιώργη, λειτουργεί για πολλά χρόνια, συνεχίζοντας κι`αυτό την οικογενειακή παράδοση και προσφέρει μέχρι και σήμερα στους πελάτες του το κρασί-μπύρα-τυράκι και ότι κρεατικό υπάρχει παρακαταθήκη στο ψυγείο του πάντα πρόθυμου και καλοκάγαθου Σαράντου. Παλαιότερα σ`αυτό το μαγαζί εύρισκες ν`αγοράσεις καλό και φρέσκο κρέας, σφαγμένο της ώρας, διότι έσφαζε πολλές φορές δύο και τρία σφαχτά την εβδομάδα. Η μεγ'αλη κι`ευρύχωρη αίθουσα του μαγαζιού, την δεκαετία του 1960, χρησίμευε και σαν αίθουσα προβολής κινηματογραφικών ταινιών, απο τους πλανόδιους τοτε λάκωνες κινηματογραφιστές, Χονδρόπουλο και Λακιώτη.
ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ
του Μιχάλη Ντακόγιαννη
ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ του Μιχάλη Ντακόγιαννη, που ήταν στο κεντρικό δρόμο, δίπλα στο Γαλαναίϊκο σπίτι-μαγαζί. Εδω ο Μιχάλης έσφαζε ασταμάτητα τ`αρνοκάτσικα κι` η γυναίκα του Σταυρούλα μαγείρευε τον νοστιμότατο και ξακουστό πατσά, που πάντα συνοδεύετο με αρκετά μισόκειλα και πολλές φορές κι` ωραίες μπατινάδες. Δυστυχώς όμως η φθορά του χρόνου επέβαλε το κλείσιμο κι`αυτου του μαγαζιού.
ΚΑΦΕΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ
της οικογένειας Χριστάκη Πάνου

 Μιά άποψι του μαγαζιού στο κέντρο της πλατείας.
ΚΑΦΕΟΙΝΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ της οικογένειας Χριστάκη Πάνου, γνωστό σαν το μαγαζί του Χριστάκη. Ευρίσκεται στην Πλατεία του χωριού. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Χριστάκη, το εργάσθηκε γι`αρκετά χρόνια η γυναίκα του Ευαγγελία με τα δυο της παιδιά Γιώργη και Παντελή με μεγάλη επιτυχία. Μεταφέρθηκε εκεί το Ταχυδρομείο και το ΚοινοτικόΤηλέφωνο, απ`όπου οι Βασσαραίοι εξυπηρετούνται μέχρι σήμερα. Εκεί εκτός του ότι βρίσκεις πολλά και διάφορα προϊόντα, είναι και  Κυκλοφορία ανθρώπων και αυτοκινήτων στην πλατεία ημέρα και νύχτα.το κέντρο όπου οι βασσαραίοι αλλα και οι καλοκαιρινοί επισκέπτες περνούν ατέλοιωτες ώρες παίζοντας το πινάκλι τους, την πρέφα τους, το τάβλι τους κ.λ.π. Σήμερα πλήρως ανακαινισμένο, συνεχίζει να λειτουργεί υπό την διεύθυνση του Νίκου και Ντίνας Σταυροπούλου με μεγάλη επιτυχία. Οταν το βλέπεις απο το μέρος της πλατείας σου δίνει την εντύπωση ότι ειναι σιδηροδρομικός σταθμός.
 |
|
 |
Κάθε απόγευμα γίνονται εκεί μεγάλες τιτανομαχίες στην πρέφα, πινάκλ, τάβλι, κ.ά...... Καί τα βραδυνά ακολουθούν τα οινοφαγοπότια μέχρι τις πρωϊνές ώρες. |
ΟΙΝΟΚΡΕΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ
Η Κληματαριά, του Λεωνίδα Παππά
 |
Μόνο η πινακίδα έμεινε κάπου εκεί σε μιά άκρη αφίνοντας μόνο αναμνήσεις. |
ΟΙΝΟΚΡΕΟΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΝ , Η Κληματαριά, του Λεωνίδα Παππά, κοντά στου Καλιαβά το πηγάδι και απέναντι απο τη σημερινή ταβέρνα του Κουτσοκώτσιου. Στο μαγαζί αυτό εύρισκες καλό κρασί και φρέσκο κρέας με πικάντικους μεζέδες. Αρκετά συχνά γινόντουσαν εκεί μικρές συνεστιάσεις και «πάρτυ» υπό τους λαϊκούς ήχους των πικ-απ ή του τζου-μποξ που διέθετε το μαγαζί. Δυστυχώς όμως δεν πρόλαβαν οι Βασσαραίοι να χαρούν το γραφικό εκείνο μαγαζάκι, γιατί σταμάτησε να λειτουργεί απ`όταν ο ιδιοκτήτης του μετανάστευσε με την οικογένειάν του στην Αμερική.
ΤΑΒΕΡΝΑ-ΚΕΝΤΡΟ
του Κωνσταντίνου Γαλάνη
 Ο περιβόητος Κουτσοκώτσιος εδώ συνδιάζει το τερπνόν μετά του οφελίμου. Με την λαμπάδα στο χέρι που έφερε από την εκκλησία, ανάβει την φωτιά γιά να ψήσει τους νοστιμάτατους μεζέδες.ΤΑΒΕΡΝΑ-ΚΕΝΤΡΟ του Κωνσταντίνου Γαλάνη ή κατά το συνηθέστερο του Κουτσοκώτσιου που άρχισε να λειτουργεί στο ισόγειο του σπιτιού του Παναγιώτη Δήμα, που αγόρασε ο σημερινός ιδιοκτήτης και δημιούρηησε ενα ωραιότατο εξοχικό κέντρο που κάτω απο τον ίσκιο των αιωνόβιων καρυδιών οι Βασσαραίοι αλλα και οι επισκέπτες γεύονται τις ψημένες στα κάρβουνα μπριζόλες, τα κοτόπουλα, αλλα και το ψιτό κρέας στο φούρνο με πατάτες, που γλύφουν και τα δάχτυλά τους από την τόση νοστιμάδα. Το κρασί και η παγωμένη μπύρα συνοδεύουν απαραιτήτως τις ανωτέρω λιχουδιές. Η δε πίστα του μαγαζιού είναι κατάμεστη απο νέους και νέες αλλα και άλλους που ειναι νέοι στην καρδιά, που χορεύουν ασταμάτητα μέχρι τις πρωϊνές ώρες.
ΤΟ ΦΑΡΝΑΤΖΙΔΙΚΟ
του Γρηγόρη Σακελλάρη
ΤΟ ΦΑΡΝΑΤΖΙΔΙΚΟ του Γρηγόρη Σακελλάρη στεγαζόταν κάτω απο το σπίτι που έμενε ο ιδιοκτήτης του και το οποίο είχε ανακατασκευάσει, αφου ήταν καμμένο απο τα χρόνια του ανταρτοπολέμου. Εδω ο Γρηγόρης με τα επιδέξια χέρια του έφτιαχνε από φανάρια και τσιμπίδες, λυχνάρια και καντήλια μέχρι λαδούσες, τέστες και διάφορα άλλα παρόμοια είδη που χρειάζονταν οι Βασσαραίοι για τις καθημερινές τους ανάγκες. Πολλοί καο πολλές πήγαιναν στο μαγαζί του Γρηγόρη, όχι μόνο για διορθώματα, αλλα απλώς και μόνο ν`ακούσουν μερικά απο τα ωραία και καλόγουστα αστεία του που έχουν μείνει στη μνήμη πολλών κι` επαναλαμβάνονται κατά καιρούς προσφέροντας χαρούμενες αναμνήσεις. Με τη σειρά του όμως και αυτός ακολούθησε το πεπρωμένο κι`έφυγε για τον άλλο κόσμο, αφίνοντας και το μαγαζί αυτό ν`ακολουθήσει την τύχη τόσων άλλων.
ΣΑΜΑΡΑΔΙΚΑ
των Γεωργίου Καζή και Κώστα Καρύδη
ΣΑΜΑΡΑΔΙΚΑ των Γεωργίου Καζή και Κώστα Καρύδη καθώς και το εποχιακό του Γεωργίου Ξύγγου που έρχονταν απο την Καστάνισα. Είχαν κι`αυτά τις δόξες τους και ήταν πολύ χρήσιμα για το χωριό, όταν ο Βασσαράς είχε πολλά ζώα και κυρίως γαϊδούρια και μουλάρια. Ο Γεώργιος Καζής είχε το εργαστήρι του στο καλύβι του Νικόλαου Γαλάνη, κοντά στο γύφτικο του Βρασίδα Κουφού και ο Κώστας Καρύδης στο καλύβι που ευρίσκετο μπροστά στο σπίτι του. Ο δε Γεώργιος Ξύγγος σε διάφορα μέρη, όπως στου Ματζάνη το μαγαζί, στου Κούκουνα και αλλού. Τώρα πιά τα ζώα αντικαταστάθηκαν απ`τ`αγροτικά μηχανήματα, τρακτέρ και αυτοκίνητα κι`εχουν μείνει ελάχιστα μόνο γαϊδουράκια στο χωριό. Μετά το θάνατο των άνω αναφερομένων κανείς πια δεν ασχολήθηκε με το επάγγελμα αυτό.
ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΕΙΟ-ΓΥΦΤΙΚΟ
του Βρασίδα Κουφού
Το εργαστήρι του Βρασίδα, γνωστό σε όλους, δούλευε με κάρβουνο και φυσούνι. Ζέσταινε με τη φωτιά το ατσάλι και με τα επιδέξια χέρια του του έδεινε τη μορφή και το σχήμα που αυτός ήθελε, φτιάχνοντας διάφορα αγροτικά εργαλεία, όπως αλέτρια, κλαδευτήρια, κασμάδες, τσάπες, πέταλα για τα ζώα και πολλά άλλα. Αξιοπερίεργο περιστατικό ήταν που έβλεπε κανείς πάνω απο το φυσερό και ψιλά στο νταβάνι, κρεμασμένες πλεκταριές απο κρεμμύδια, που καλιεργούσε ο Βρασίδας στο κτήμα που είχε στου Καλοέρου, κατα τους καλοκαιρινούς μήνες. Και αυτο το έκανε, όπως ο ίδιος μας έλεγε, για να παρατείνει τη διατήρηση των κρεμμυδιών όσο το δυνατόν περισσότερο. Κι`αυτό είχε την ίδια τύχη. Με το θάνατο του Βρασίδα ετελείωσε κι`αυτό.
Τ.Τ.Τ.
 Κάπου εκεί αριστερά εστεγάζετο γιά χρόνια πολλά το Ταχυδρομείο.Τα τρία ταφ που εννούσαν, Τηλεφωνείο, Τηλεγραφείο, Ταχυδρομείο. Μαζί δε και Καπνοπωλείο και πρακτορείο εφημερίδων και περιοδικών. Το μικρό σε διαστάσεις, αλλα μεγάλο σε ουσία μαγαζάκι του Θανάση Δημόπουλου στεγάζονταν σ`ενα λιτό χώρο, στο ισόγειο του σπιτιού του Νικόλα Λάσκαρη για πολλά χρόνια και στο τέλος μεταστεγάστηκε λίγο πιο πέρα στο ισόγειον του Χριστακέϊκου σπιτιού. Γραφικός τύπος Ταχυδρόμου ο αγαπητός σε όλους μας μπαρμπα- Θανάσης, ψιλός, με λεβέντικη κορμοστασιά και με την πίπα γεμάτη καπνό, πάντα στο στόμα του. Οι τσέπες του ήταν πάντα γεμάτες απο διάφορα πακέτα τσιγάρα, όπως ΑΣΣΟ, ΑΡΩΜΑ, ΚΑΡΕΛΙΑ, 22, ΕΘΝΟΣ και πολλά αλλα για να εξυπηρετεί και στο δρόμο τους Βασσαραίους, αλλα και να μην χάσει ώρα απο τ`αγαπημένο του παιγνίδι «το πινάκλι» που ήταν ο δάσκαλός του. Επίσης μαζί του κουβαλούσε και τα γράμματα , τα οποία διένεμε όπου και να βρισκόταν. Έχοντας τότε το χωριό ενα και μοναδικό τηλέφωνο, πρώτα χειροκίνητο με βίσματα κι`αργότερα με αυτόματο αριθμό κλήσης «το 26544», στα χέρια του μπαρμπα-Θανάση στηριζόταν η επικοινωνία των συγχωριανών με την υπόλοιπη Ελλάδα αλλα και το εξωτερικό.
Καθημερινά το λεοφωρείο έφερνε απο τη Σπάρτη, κάθε απόγευμα, την αλληλογραφία μέσα σ`ενα χακί σάκκο καθώς και τις εφημερίδες. Γρήγορα-γρήγορα τα ταξινομούσε και τα ΄βαζε σε σειρά, τακτοποιώντας τα στο γεμάτο απο χαρτιά πάγκο του και αμέσως αρχίναγε την διανομή. Παρ`όλο που το μαγαζάκι αυτό πάντα εφαίνετο ακατάστατο, αυτ'ος ήξερε ανα πασα στιγμή που ευρίσκετο το κάθε τι. Ακόμα και στο δρόμο, όταν του ζήταγες ενα πακέτο τσιγάρα, ήξερε αμέσως σε ποιά τσέπη ήταν. Μετά το θάνατό του έλειψε απο την κοινωνία του χωριού η φυσιογνωμία αυτή, του μπαρμπα-Θανάση.
Σήμερα συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμα εκείνα του Γιωργάκη, Σαράντου Ντακόγιαννη, Κουτσοκώτσιου, καθώς και τα δύο στην κεντρική πλατεία, εκείνο του Καρρά, υπό την διεύθυνση της οικογένειας Αγγάνη και το άλλο του Χριστάκη, υπο την διεύθυνση του Νίκου και Ντίνας Σταυροπούλου, τα οποία δουλεύουν άψογα, προσφέρουν τέλειαν εξυπηρέτιση, πεντανόστιμα φαγητά, κρασί, μπύρες, παγωτά, διάφορα είδη μπακαλικής και ότι αλλο επιθυμεί κανείς. Και τα δύο αυτά μαγαζιά αποτελούν πραγματικό στολίδι στην πλατεία μας αλλα και το χωριό ολόκληρο.
|