Η Ζωή στα Βέρροια

Η Ζωή στα Βέρροια
H Ζωή στα Βέρροια. Μετά από διάφορες ακμές και παρακμές ήλθε η δεκαετία του 1950-60 που ήταν και η τελευταία περίοδος ακμής των Βερροίων. Τα χρόνια εκείνα τα Βέρροια ήταν ένα θαυμάσιο καλοκαιρινό θέρετρο, μέρος παραθερισμού, διασκεδάσεως και ξέννοιαστης ζωής. Ήταν ενα μέρος που μικροί και μεγάλοι, ζούσαν δυο-τρείς μήνες διαφορετικής ζωής, πολύ πιό όμορφης και ωραίας απο την κοπιαστική και αγχώδη του υπόλποπου χρόνου. Από την πρώτη Ιουλίου, εορτή των Αγίων Αναργύρων, άρχιζαν τόσον οι Βασσαραίοι, όσο και οι παραθεριστές να καταφτάνουν και να εγκαθίστανται στο παραδεισένιο πράγματι αυτό χωριό. Την περίοδο αυτή όλα τα σπίτια ήταν γεμάτα και δεν υπήρχε ούτε «κοτέτσι» για νοίκιασμα. Ο κεντρικός δρόμος, από τα Κοτρωνάκια μέχρι το Παλιοκλήσι, κάθε βράδυ ήταν κατάμεστος από κόσμο κάθε ηληκίας και κάθε προελεύσεως. Βασσαραίοι, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Αυστραλοί, Αμερικανοί, Καναδέζοι και από κάθε άκρη της γής, και έκαναν την βόλτα τους και μιλούσαν για εκείνο και το άλλο Ήταν μια αληθινή αναζοωγόνιση. Κάθε βράδυ τα νυχτέρια έδιναν κι`έπαιρναν. Ενα στη βρύση, ένα μπροστά στο Σγουριτσέϊκο σπίτι, ένα στην εκκλησία, άλλο στην Πέρα Ράχη, άλλο στην Πουρναριά και άλλο στον Αγιο-Νικόλα. Παντού κέφι, παντού παιγνίδια, παντού τραγούδια, παντού χορός. Τα δε μαγαζιά είχαν και αυτά την δική τους συμμετοχή στη χαρούμενη αυτή ατμόσφαιρα. Όπου και να πήγαινε κανείς, εύρισκε φιλόξενους και καλόκαρδους ανθρώπους, πρόθυμους να σε κεράσουν, να σε καλωσορίσουν, να σε βοηθήσουν. Εποχή αφισαν τα μαγαζιά του Τάσου και Παναγιωτίτσας Ψαλλίδα δίπλα στη βρύση, με τις υπέροχες βανίλιες (υποβρύχια), όπως κοινώς τις λέγανε, τα λουκούμια και τις γκαζόζες, μπύρες και πορτοκαλάδες που πάγωναν όλη την ημέρα μέσα σ`ενα ντενεκέ κάτω από τον κάναλο της βρύσης. Παραπλεύρως στο Βαρσαμέϊκο μαγαζί με την επιβλητική καρυδιά να δροσίζει πάντα τους θαμώνες, ήταν το εξοχικό του Τάσου Ροντήρη και Δημήτρη Βελισάρη, όπου η πρέφα, το τάβλι και το πινάκλι καθώς και οι νοστιμότατοι μεζέδες με τον περιβόητα πατσά, ήταν στην ημερησία διάταξη. Πιό πέρα και γύρω απ`την εκκλησία ήταν το down town των Βερροίων. Τα σκήπτρα κατείχε ο γνωστός σε όλους

Καί όπως φαίνεται τώρα δίπλα στο σπίτι που κτίζει ο Θεοφάνης Γαβρίλης, πρώην Παπαγγελέϊκο.

Άποψι του χωριού από τον λοφίσκο της Αρβανιτέϊκης Βρύσης.

Ηλίας Παπαντώνης, που με την βοήθεια της γυναίκας του Πότας και αδελφής του Ελένης, πρόσφεραν τους πιό νόστιμους μεζέδες και την καλλίτερη εξυπηρέτιση αφού εκεί εύρισκες ότι ήθελες. Ψωμί, ζάχαρη, κρέας, λάδι, μπαταρίες, τσιμέντο, πρόκες, εφημερίδες, περιοδικά, καθώς και το τηλέφωνο και ταχυδρομείο. Απέναντι ακριβώς, άλλη ταβέρνα εξ ίσου καλή με τον Μιχάλη Ντακόγιαννη στο τιμόνι της περιποίησης και εξυπηρέτησης. Από πάνω κι`ακριβώς απέναντι από την εκκλησία, δυό νεαροί Βασσαραίοι, ο Γεώργιος Πανάγος και Νικόλαος Κουφός (Σκαλούμπακας) πρόσφεραν ότι καλλίτερο μπορούσε να προσφέρει ένα καφενείο της εποχής εκείνης. Δίπλα απ`αυτό, στο Ψαλλιδέϊκο σπίτι, ήκμαζε ένα άλλο ωραίο μαγαζί του Ανάργυρου και Χρυσούλας Ψαλλάδα, που ήταν γνωστό σαν το πρακτορείο των λεοφωρείων και η απαραίτητη στάση των διερχομένων. Πιό πέρα ένα άλλο καφενείο όπου ο Τάκης Μελέτης και οι αδελφές του με το χαμόγελο στα χείλη και την άψογον εξυπηρέτηση τραβούσαν σαν μαγνήτης το κοινό, και ιδιαίτερα τον γυναικόκοσμο που εκείνα τα χρόνια άρχισε δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή του στα διάφορα εξοχικά κέντρα.
Στο ίδιο ακριβώς μαγαζί και σε μιά γωνιά, ο Δημητράκης Ροντήρης διαρηρούσε το κουρειο του, φροντίζοντας για τον καλλοπισμό της κεφαλής. Πάλι απέναντι στην εκκλησία και στου Καράγιαννη το σπίτι, ο Παναγιωτάκης και Αρετή Μασγανά είχαν στήσει το επιτελείο τους με όλα τα είδη της μαναβικής που ακούραστα κουβάλαγε ο Παναγιωτάκης φρεσκότατα καθημερινά, με τον περίφημο « καρνάβαλό του». Φτάνοντας στη Ράχη κι`εκεί στου Παναγιώτη Πλαγάκη το σπίτι, εύρισκες τον νεαρό Σωτήρη Πανόριο, που με τη διορατικότητα που τον διέκρινε από τότε με το μαγαζάκι που δημιούργησε προσπάθησε να βάλλει τα θεμέλια των σημερινών club και disco, συγκεντρώνοντας αρκετή νεολαία, που περνούσε εκεί ωραίες κι`ευχάριστες ώρες. Άλλα στιγμιότυπα από την ζωή των Βερροίων ήταν η πασίγνωστη πηγή του Κατουρέλι, που όποτε και να πήγαινε κανείς εκεί, θα έβλεπε ανθρώπους μικρούς και μεγάλους ν`ανεβοκατεβαίνουν το στενό εκείνο δρομάκι, κουβαλώντας το περίφημο νερό του Κατουρέλι, σαν τις μέλισσες που κουβαλούν το μέλι. Στα καταπράσινα Λειβάδια το τι γινότανε κάθε ημέρα δεν περιγράφεται. Παιδιά μικρά και μεγάλα αγόρια και κορίτσια, έπαιζαν διάφορα παιγνίδια, άλλα έτρεχαν και φώναζαν τσιρίζοντας σαν τα χελιδόνια. Νταντάδες και μαμάδες και γιαγιάδες να τα παρακολουθούν και να τα προσέχουν, δημιουργούσαν ένα χαρούμενο ξεφάντωμα, δίνοντας μιά εικόνα πανηγυριού.

Προτού το μεσημέρι καινούριες φωνές, καινούρια κουδουνίσματα, καινούρια γέλια και φωνές, καινούρια τρεχάματα. Αγόρια και κορίτσια, αρνιά και κατσίκια, γαϊδούρια και μουλάρια, όλοι εγύριζαν από τους βοσκότοπους, που θύμιζε νικηφόρο επιστροφή στρατεύματος. Κάθε Κυριακή δε, είχαμε και την ποδοσφαιρική φιέστα. Απ`ενωρίς τ`απόγευμα μικροί-μεγάλοι κατηφόριζαν για το γήπεδο του Αϊ Νικόλα, όπου η ομάδα μας «Μαλεβός» έδινε σκληρούς αγώνες με ομάδες της περιοχής και κυρίως των Τσιτζίνων. Όλ`αυτά και πολλά άλλα τέτοια περιστατικά ήταν, που χαρακτήρισαν την εποχή εκείνη σαν τον

Ο Βερροιώτικος δρόμος με τη Σουδίτσα στο βάθος.

«Χρυσούν αιώνα των Βερροίων». Μετά τα πράγματα άλλαξαν παντού. Και στην αλλαγή αυτή δεν άντεξαν και τα μικρά μας Βέρροια. Παρασύρθηκαν. Κατ`αρχάς η μετανάστευση, μετά η φυγή των νέων στις μεγάλες πόλεις για καλλίτερο μέλλον, άφισαν και στα Βέρροια τηνσφραγίδα της εγκατάλειψης. Τα σπίτια κλειστά, εκτός ελαχείστων εξαιρέσεων, οι δρόμοι σχεδόν αδιάβατοι από τα δένδρα και τα χορτάρια, τα μαγαζιά κλειστά κι`αμπαρωμένα. Μιά όαση στην ερημιά έδωσε για χρόνια ο αείμνηστος Γεώργιος Ντακόγιαννης, που για αρκετά χρόνια σαν στύλος μοναχός κράτησε το μαγαζάκι του ανοιχτό, προσφέροντας λίγη ζωή κι`ελπίδα για κάποιο ξαναζωντάνεμα των Βερροίων. Και να που εφέτος , ένας άλλος Βερροιώτης, ο Σπύρος Κολοβός, γυιός του Λιά, άνοιξε ένα ωραιότατο μαγαζί , δίπλα στην εκκλησία, προσφέροντας στην περιοχή μιά σύγχρονη ταβέρνα εφάμιλη εκείνων των μεγαλοπόλεων. Εν τω μεταξύ ντόπιοι και ξένοι ανακατασκευάζουν τα σπίτια τους, αρκετά κτίζονται εκ βάθρων, η αξία των οικοπέδων αυξάνεται και εν γενικαίς γραμμές παρουσιάζεται ένας οργασμός που μας φέρνει μερικά χρόνια πίσω και πιστεύομε ότι πλησιάζει ένας καινούριος χρυσούς αιώνας των Βερροίων.


Ο αξέχαστος Γεώργιος Ντακόγιαννης που γιά πολλά χρόνια ήταν η ζωή και η αναπνοή των Βερροίων.

Αριστερά ο Δημήτρης καί Αργύρω Βελισάρη με την Βασιλική Ντακόγιαννη καί Μαριάνθη Ροντήρη και δεξιά ο Γιώργης Ντακόγιαννης με την γυναίκα του Βασιλική.